Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

ΠΟΙΟΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟΥΣ ΓΑΤΟΥΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΙΑΣ του Μπαχμάν Γκομπαντί



KASI AZ GORBEHAYE IRANI KHABAR NADAREH
Σκηνοθεσία: Μπαχμάν Γκομπαντί
Παίζουν: Νεγκάρ Σαγκαχί, Ασκάν Κοσανεχάντ, Χάμεντ Μπεχνταντ, Μπαχμάν Αρνταλάν
Ιράν: 2009
Διάρκεια: 106’

Αξιολόγηση: ***

Τη μια λέμε πως δε γνωρίζουμε τον ίδιο μας τον εαυτό και την άλλη καμωνόμαστε πως γνωρίζουμε τι συμβαίνει στα πέρατα του κόσμου.

αραδείγματος χάριν, καμωνόμαστε πως γνωρίζουμε γιατί έκλαψαν οι Βορειοκορεάτες στην κηδεία του Κιμ Γιονγκ Ιλ ενώ την ίδια στιγμή μεμφόμαστε το καθεστώς γιατί δεν επέτρεπε καμία πληροφόρηση να φθάσει ως εμάς, ώστε να γνωρίζουμε.

Και ταυτόχρονα ξεχνούμε. Ξεχνούμε τα ποτάμια δακρύων που χύνονται για έναν αποθανόντα πάπα ή για κάποια λαίδη Νταϊάνα. Ξεχνούμε τα οικεία μας θεοκρατικά παραληρήματα ενάντια στις ηλεκτρονικές ταυτότητες του σατανά ή τις εθνικιστικές ακρότητες του 1991, όταν μαθητές του δημοτικού εμείς, μας στέλνανε επισήμως στα συλλαλητήρια για να φωνάξουμε «τσεκούρι και φωτιά/ στα γυφτοσκοπιανά σκυλιά»…
Ας το πάρουμε απόφαση. Δε γνωρίζουμε όλες τις χώρες του κόσμου – δεν έχουμε βρεθεί ούτε ένα δευτερόλεπτο εκεί, δεν ξέρουμε να προφέρουμε ούτε μια λέξη των γλωσσών τους. Η παγκόσμια πολιτική είναι αχανής όπως και το τοπίο των κρατών. Και είναι αποτελέσματα πολυπαραγοντικά: είναι οι επιταγές της Realpolitik, είναι οι πολιτισμικές ιδιοτυπίες, είναι τα διαφορετικά αγγίγματα της Ιστορίας.

Υπάρχουν βέβαια τα ερμηνευτικά σχήματα – προσωπικά προτιμώ να διαλέγω το ταξικό. Ωστόσο, δε με διαφωτίζει εν προκειμένω, γιατί για το μοντέρνο Ιράν γνωρίζω ό,τι ξεφύλλισα μόλις σήμερα. Και θέλω να κινηθώ χωρίς στερεότυπα, η ειδησιογραφία των τελευταίων ημερών για μια επέμβαση που σχεδιάζεται εναντίον του, πληθαίνει – και ξέρουμε πλέον καλά πως όταν ακούς για δικαιώματα και ελευθερίες ή όταν ακούς πως κυβερνά ένας τρελός ηγέτης (θεέ μου, τι σύμπτωση, οι εχθροί μας πάντα αποδεικνύονται τρελοί), καλύτερα να περιμένεις βόμβες.

Νομίζουμε πως ξέρουμε λοιπόν, όμως εγώ με το συγκεκριμένο φιλμ έμαθα και είδα πως η Τεχεράνη είναι ολόιδια η Αθήνα και έχει πιο όμορφο μετρό. Και πως στους δρόμους της κυκλοφορούν παρόμοιες φυλές με εδώ: hipsters, κοσμοπολίτες με ντύσιμο ακριβό.
Το θέμα της ταινίας είναι η σχεδόν ντοκιμαντερίστικη καταγραφή των προσπαθειών που καταβάλουν οι πάμπολλες νεανικές μπάντες της Τεχεράνης να καταξιωθούν και να αποφύγουν ταυτόχρονα την ασφυκτική θεοκρατική πολιτική για τα πολιτιστικά ζητήματα. Ωστόσο, αν και οι προθέσεις του σκηνοθέτη είναι ευκρινείς και κεκαλυμμένα καταγγελτικές, η ταινία σε διάφορα σημεία εμφανίζει ρωγμές από όπου ξεπροβάλουν οι αντίρροπες τάσεις του περίπλοκου ιρανικού σύμπαντος.

Πολλά από τα συγκροτήματα δεν έχουν πολιτικούς στίχους, όχι επειδή δεν τους επιτρέπεται αλλά επειδή δε νιώθουν την ανάγκη. Κάποια παιδιά θέλουν να φύγουν στην Ευρώπη επειδή ασφυκτιούν μα άλλα δεν το διανοούνται καν. Η κεντρική ηρωίδα, απελευθερωμένη κοπέλα, δεν αποχωρίζεται ποτέ της τη μαντίλα. Στα παράνομα πάρτι η επαναστατικότητα εξαντλείται στο κοινό μαστούρωμα.

Και από την άλλη, οι στίχοι ενός χιπ χοπ κομματιού που ακούγεται θα μπορούσαν να έχουν γραφεί από τους Active Member. Άραγε εμείς εδώ φαντασιωνόμαστε την καταπίεση ή αυτή είναι παρεμφερής στις μητροπόλεις του Παπαδήμου, του Ομπάμα και του Αχμαντινετζάντ;

Φυσικά και στο Ιράν υπάρχει η αυστηρή λογοκρισία (μα και στον ευαγγελικό νότο της Αμερικής καίνε τα βιβλία του Δαρβίνου). Φυσικά και υπάρχει η παράλογη «ηθική αστυνομία» (μα εδώ δε διαμαρτυρόμαστε που το κράτος δε διαπαιδαγωγεί ηθικά;). Οι προσπάθειες των παιδιών να τους ξεφύγουν άλλοτε θα είναι κωμικές κι άλλοτε γεμάτες ένταση και κίνδυνο.

Όπως και να έχει, η ταινία με την υπέροχη φωτογραφία της αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα διατομή της ιρανικής κοινωνίας. Είναι γεμάτη με πανέμορφα τραγούδια που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα ειδών. Απηχεί το «Buena Vista Social Club» και κομίζει θησαυρούς αντίστοιχους με τα ethiopiques και τους Dengue Fever.

Αποτελεί μια εύγεστη εθνογραφική μπουκιά και ταυτόχρονα την αιτία μεγάλου καβγά μεταξύ του Γκομπαντί και του Κιαροστάμι για το κατά πόσο το Ιράν είναι ένα ιδανικό μέρος για σινεμά.

Γιατί όλα είναι πολιτική. Λίγο ή πολύ.

Δημήτρης Δρένος


Δεν υπάρχουν σχόλια: